<<Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ>>

ΙΩΑΝΝΑΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Εκπαιδευτικών

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Την νύκτα όλην άγρυπνος, νύκτα μακράν χειμώνος,

ο ναύτης προ του κύματος σιωπηλός και μόνος τηρεί τον ουρανόν,

ενώ αβύσσους διαβαίνει, και την χρυσήν ανατολήν ανήσυχος προσμένει.

Ομοίως σ’ επερίμενα, να έλθης χθες, ομοίως!…

Μακράν σου είναι έρημος και αφεγγής ο βίος.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ρομαντικοί Στίχοι (Α. Παπαδιαμάντη)

ΜΕΡΟΣ Α.

ΤΑ ΠΑΘΙΑ Κ’ ΟΙ ΚΑΗΜΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΜΕΡΟΣ Β

ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Α. Η εξιδανίκευση του παιχνιδιού του έρωτα

Β. Ο έρωτας που ανασταίνει ψυχές και σώματα

Γ. Ο μονόπλευρος έρωτας

Δ. Ο Παπαδιαμάντης ερωτικός ποιητής

ΜΕΡΟΣ Γ

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗ

Α. Οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής

Β. “Κι εφάνη ήρως εις τον ερωτά του”

Γ. Νεανικοί έρωτες στην Σκιάθο και την Αθήνα

Δ. Μπρος μου σ’ έχω σατανά

ΜΕΡΟΣ Δ

ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ ΕΡΩΤΕΣ… Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ ΕΧΕΙ

ΜΕΡΟΣ Ε

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Α. “Άξιον εστί” Οδ. Ελύτη

Β. Ο ακέραιος κυρ- Αλέξανδρος Ν.Α. Καρούζου

ΜΕΡΟΣ Α

“ΤΑ ΠΑΘΙΑ Κ’ ΟΙ ΚΑΗΜΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ”

“… σα νάχαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου”.
Ο πικρός αυτός λόγος με τον οποίο ο Σκιαθίτης ποιητής τελειώνει το “Μοιρολόι της φώκιας” θα ήταν ίσως ο αληθινότερος για να χαρακτηρίσει τον βίο του Παπαδιαμάντη ολόκληρο.

Μικρά μόνο διαλείμματα λίγης χαράς ή ανάπαυσης και ύστερα πάλι ατελείωτα βάσανα, ασθένειες, η φτώχεια, ο θάνατος…(1)

“Τυραγνισμένος οδοιπόρος”, “Εκ γενετής κατάδικος”, “Κοσμοκαλόγερος”, “Λυρικός Νοσταλγός”, “Άγιος και μεγάλος ραψωδός της ορθοδοξίας”, είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που του έχουν αποδώσει οι μελετητές του έργου του.

Κάθε προσπάθεια όμως να ερμηνευτεί μονολεκτικά η μοναδικότητα του Παπαδιαμάντη είναι παρακινδυνευμένη μια και ο “Κυρ-Αλέξανδρος κράτησε κλειστή την πόρτα του εαυτού του όχι γιατί έκρυβε μέσα μεγάλα και φοβερά μυστικά, αλλά γιατί μέσα του υπήρχε η αγνότητα και μόνο, και ήταν περιττό να την επιδείξει”. (2)

Η ζωή και η δημιουργία αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν αναπόσπαστο σύνολο για κάθε μεγάλο καλλιτέχνη. Έτσι κι εμείς αναζητώντας τα βαθύτερα μυστικά του δημιουργού και του έργου του ξεκινάμε μ’ ένα ιδιαίτερο πλησίασμα της ζωής του Παπαδιαμάντη του “εκθέτη και παλμογράφου της εθνικής μας ψυχομετρίας” (3).

Ο παππούς του ήταν ναυτικός. Είχε λοιπόν ο μικρός Αλέξανδρος μέσα στο αίμα του την αγάπη για τη θάλασσα. Ο πατέρας του έγινε κληρικός, γιατί είχε πολλούς συγγενείς κληρικούς και καλόγερους που είχαν μεγάλη επίδραση και στον μικρό Αλέξανδρο. Από τον πατέρα του πήρε το οξύ και ευερέθιστο, το κλειστό και πεισματικό στοιχείο του χαρακτήρα του.

Η μητέρα του απλή και ταπεινή νοικοκυρά παρόλη την αρχοντική καταγωγή της, στάθηκε για τον Παπαδιαμάντη πηγή ψυχικής ευαισθησίας.

Απ’ αυτήν κληρονόμησε ιδίως σε πνευματικά χαρίσματα, το ταλέντο το αφηγηματικό, τον πληθωρικό αισθηματισμό, την παθιάρικη διάθεση, την καλλιτεχνική κλίση και την πνευματικότητα (4).

Οι αδερφές του που άνθισαν και μαράθηκαν στάθηκαν η μεγάλη πληγή, ο μεγάλος καημός του Παπαδιαμάντη. Σπάραζε η ψυχή του, όταν συλλογιζόταν το δράμα τους, που έμειναν αναποκατάστατες.

Το σπίτι τους καθαρά ιερατικό, τα πρόσωπα πιστά και θρήσκα. Οι εντυπώσεις που αποκόμισε η παιδική ψυχή του είναι άσβεστες και δεν τις αλλάζει ούτε η εξέλιξη, ούτε η μόρφωση.

Από τα σχολικά χρόνια του κάποιες εκδηλώσεις έδειχναν μια πηγαία εσωτερικότητα και είχαν συνήθως θρησκευτικό περιεχόμενο. Σχεδιάζει μορφές αγίων, μελετά τους βίους τους και ψέλνει βυζαντινά τροπάρια. Αγαπημένα του παιχνίδια αποτελούσαν οι αναπαραστάσεις εκκλησιαστικών τελετών, οι ταφές και οι νεκροί τυραννούσαν την παιδική ψυχή και τη γέμιζαν από δέος (5).

Οι ιστορίες και τα παραμύθια της γιαγιάς του της Σοφούλας είναι τα πρώτα του ψυχικά αποθησαυρίσματα, που τυπώθηκαν βαθιά στην ψυχή του, και τα ζητούσε και δεν μπορούσε να τα χορτάσει. Όλα αυτά τα στοιχεία και οι θρύλοι στεγάζονταν από την παιδική φαντασία στο ερειπωμένο κάστρο, στον βράχο απέναντι από το λιμάνι της Σκιάθου.

Η φτώχεια του σπιτιού του όμως, η αγωνία του πατέρα δημιουργούν ένα μέλλον σκοτεινό και ακαθόριστο. Ένα αίσθημα μειονεκτικότητας δημιουργείται στον μικρό Αλέξανδρο. Το εσωτερικό του δράμα βρήκε λύση στη φυγή από το νησί του, την απομάκρυνση από την κοινωνία. Από τα δέκα του χρόνια βρίσκεται αντιμέτωπος με την κακία των συνομιλήκων του που τον γεμίζουν παράπονο και καταφρόνια. Έτσι σπρώχνεται ολοένα στο δικό του κόσμο. Στη μητέρα του εμπιστεύτηκε πως ο πόθος του ήταν να γίνει λογογράφος, να γράφει μυθιστορήματα. Η τέχνη τον είχε τραβήξει στο δικό της κόσμο. Έγινε το αντιστύλι της ζωής το αντισήκωμα της ψυχικής και ηθικής του πτώσης (6).

Ο Π. ΝΙΡΒΑΝΑΣ μας λέει για τα μαθητικά του χρόνια ότι: “… ο Αλέκος ήτο εγγεγραμμένος Αλέξανδρος Αδαμαντιάδης και ήτο ακόμη πρώτος εις την τάξιν του, μελαγχολικός, πάντα εντροπαλός και φιλάσθενος”. Μετά από πολλές στερήσεις και διαμάχες με την οικογένειά του γυρίζει ντροπιασμένος στο νησί αφού ο πατέρας του δεν τάβγαζε πέρα (7).

Είναι είκοσι χρονών και τρεις δυνάμεις αντίρροπες παλεύουν μέσα στην ψυχή του. Έρωτας, θρησκεία, τέχνη τον βασανίζουν καθώς καμιά δε βρίσκει την κυριαρχία της πάνω στην άλλη. Ο καλόγερος Δαμιανός του μιλάει για την αποστολή του μοναχού για τον μεγάλο προορισμό του. Ο ασκητής είναι νικητής του κόσμου.

Η ανοιξιάτικη φύση της Σκιάθου τον καλεί. Όμως αυτός θα μείνει πιστός και στις τρεις δυνάμεις. Κι ακριβώς σ’ αυτό οφείλεται η διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Ο Παπαδιαμάντης έμεινε τελικά ο Άγιος αλλά μαζί και ο άνθρωπος (8).

Στα 1874 γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών αλλά όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Π. ΝΙΡΒΑΝΑΣ: “… ούτε η επιστήμη, ούτε ο ορθολογισμός ίσχυσαν ν’ αλλοιώσουν την παρθενικήν μυστικοπάθειαν της ψυχής του, μιας ψυχής η οποία έμεινεν απ’ αρχής μέχρι τέλους ψυχή παιδίου και ψυχή ποιητού” (9).

Στις σπουδές του είναι αρνητικός, απαισιόδοξος κατακριτικός. Το δίπλωμα αργεί και πάντα βρίσκει δικαιολογίες για τους δικούς του. Το μεράκι και η φιλοδοξία της τέχνης του έδινε συμπονετικό χέρι στις αντιθέσεις της ζωής. Διαβάζει και γράφει, σχεδιάζει και μελετά. Γράφει στο σατυρικό.

“Μη χάνεσαι” με το ψευδώνυμο Μποέμ. Άστεγος και ξενύχτης, περιφρονητής του κόσμου, μα του έλειπε η χαρά της ζωής η λεβεντιά της μποεμίας . (10)

Στην Αθήνα αγωνιζόταν πρώτα για την εξασφάλιση του ψωμιού του και ύστερα για τις σπουδές του. Ιδιαίτερα μαθήματα, δημοσιογραφία, μεταφράσεις και δημοσιεύσεις κειμένων και πάντα μπροστά του ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα βασάνιζαν τον φοιτητή – βιοπαλαιστή. Η μεγάλη του προσπάθεια ήταν πως ν’ απαλλάξει το σπίτι του από τη δική του επιβάρυνση. Δεν κατάφερε να γίνει ανεξάρτητος ποτέ, κι αυτό τον εξαθλίωσε κυριολεκτικά. Έβλεπε παντού αποτυχία και υποχωρούσε εγωιστικά. Να γυρίσει πίσω του ήταν αδύνατο. Ζει σε μια ατμόσφαιρα ιδιόμορφη ολότελα δική του.

Για τον γάμο τίποτε δε τον βοηθούσε. Τα οικονομικά ήταν πάντα άθλια, οι αδελφές του πάντα ανύπαντρες μαραμένες, δεν ένοιωθε τον εαυτό του ικανό να σηκώσει τα βάρη και τις υποχρεώσεις του γάμου. Υπολόγιζε και σεβόταν όλους και καθόλου τον εαυτό του. Δεν μπορούσε να περιφρονήσει έθιμα και αδελφές. Δεν είχε ιδιοτέλεια. Ήταν ξεχωριστός μοναδικός. (11)

Η ζωή του στην Αθήνα κυλάει “ανάμεσα στην εκκλησία και την ταβέρνα με το κρασί και το τροπάρι στο στόμα” (12)  όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γ. ΒΑΛΕΤΑΣ. Με άθλια διαχείριση των εσόδων του, με έντονα προβλήματα υγείας από την υπερκόπωση της δουλειά και τις καταχρήσεις του ποτού και του καπνού, αρχίζει να γίνεται ευρύτερα γνωστά χωρίς ν’ αλλάξει ψυχικά ή εξωτερικά.

Φυγόκοσμος κατέβασε τα ελληνικά γράμματα στην ταβέρνα, κοντά στον απλό λαό.

Οι περίεργοι θαυμαστές και οι φιλολογικοί κύκλοι δεν τον κέρδισαν. Απομακρύνεται και κρατά σε απόσταση τους φίλους του. Τον έλεγαν ακοινώνητο μα ήταν ντροπαλός. Τον θεωρούσαν κακό κι απότομο, μα ήταν δυστυχισμένος και μαραζωμένος άνθρωπος.

Μ’ αυτόν τον τρόπο ζωής κουρασμένος από τη φτώχεια και την στενοχώρια, χρεωμένος χωρίς να παύσει ποτέ το πιοτό, φτάνει στο τέλος του ταξιδιού του, πίσω στο νησί του, όπου άφησε την τελευταία του πνοή, στις 3 Ιανουαρίου του 1911 πριν προλάβει να κλείσει τα εξήντα του χρόνια.

Αχ. (13) κυρ – Αλέξανδρε. Φαρμάκι το κρασάκι σου. Ίδιο εκείνο το ξύδι που δοκίμασες, πρωί στην εκδρομή, στο ταβερνάκι του Κοκκιναρά. Κι απέ, σηκώθηκες, αμίλητος έφυγες και άφηκες σύξυλους τους καλεστάδες σου. Καθώς ξεμάκραινες, καβάλα στο γαϊδουράκι του αγωγιάτη, ήσουν πολύ θλιμμένος. Ίδιος ένας μεγαλοπαρασκευιάτικος Χριστός.

ΜΕΡΟΣ Β

Μια ματιά στα ερωτικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι πάντα σημείο αντιλεγόμενο. Για άλλους είναι ο μεγαλοφυής συγγραφέας που βγήκε ατόφιος μέσα από το καμίνι της ελληνορθόδοξης παράδοσης και ζωής και για άλλους ένας μέτριος ηθογράφος που περιγράφει σχεδόν φωτογραφικά τη φύση και τη ζωή του νησιού του και τίποτε περισσότερο.

Η αλήθεια είναι ότι όπως λέει και ο Ελύτης (1) βρισκόμαστε μακριά από το ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τον Παπαδιαμάντη και όμως πολύ κοντά στο δεύτερο νόημα που αποκτούν πρόσωπα και πράγματα μέσα στο μύθο του.

Σκοπός μας εδώ είναι να γνωρίσουμε τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, δηλαδή την στάση του απέναντι στην έλξη και την αγάπη των δύο φύλλων, του άνδρα και της γυναίκας, όπως βγαίνει μέσ’ από τα πιο λυρικά, τα πιο τρυφερά τα πιο ερωτικά του διηγήματα.

Θα περίμενε κανείς ότι γύρω από κάθε γυναικείο τύπο στα έργα του Παπαδιαμάντη θα περιστρέφεται και κάποιος μεγάλος ή έστω και μικρός έρωτας.

Ο Παπαδιαμάντης, όμως, δεν παίρνει για θέμα του τον έρωτα, παρά σπανίως.

Μέσα στα διακόσια διηγήματά του μόνο έξι ή οκτώ είναι ερωτικά.

Κι ο έρωτας στον Παπαδιαμάντη είναι απλός, ήρεμος. Πουθενά τα μεγάλα δράματα ή τα πάθη του σαρκικά.

Η σκιαθίτισσα κόρη, πέρα από τις ανυπακοές τις παιδιάστικες, είναι ο τύπος της υποταγής και της καρτερίας. Αν ανθίζει στα σύντομα νεανικά της χρόνια, ανθίζει σχεδόν μόνο για τον εαυτό της. . Αν αγαπά δε θα το φανερώσει αν της δώσουν άλλον αντίθετα με το αίσθημά της ή με την ηλικία της, θα τον σεβασθεί ως το θάνατο.

Κι αν καμιά φορά, θελήσει να αλλάξει το άτυχο ριζικό της, και τότε δεν θα το κάνει άμεσα, φανερά, επαναστατικά, παρά θα καλέσει σε βοήθεια τις υπερφυσικές δυνάμεις… Συνήθως, τα θεία κάποτε (“φρικτόν ειπείν”), και τα δαιμονικά… Θα κάμη ξόρκια, θα κάμη μάγια.

Ο Κ. Στεργιόπουλος (2) μας λέει ότι δύο ή τρεις είναι μόνον οι γυναικείοι τύποι οι σκιαθίτικοι του Παπαδιαμάντη που ξεφεύγουν απ’ τη σειρά την κανονική και τη μοιραία… Και οι τρεις όμως νικώνται, δε νικούν. Συντρίβονται άδοξα, μάταια, ντροπιασμένα.

Α. Η Εξιδανίκευση του παιχνιδιού του έρωτα

Πρωταρχικό ορόσημο στην ερωτική – λυρική πεζογραφία του Παπαδιαμάντη αποτελεί η επιγραμματική φράση του στο διήγημα “Έρως – ήρως”, όπου περιγράφεται το παιχνίδι “δείχτης” με την κλωστή στα δάχτυλα που αλλάζει σχήματα και γίνεται πότε πριόνι, πότε καράβι, πότε τραπέζι, αγραλειός κ.ά. Ή το άλλο “Δο μ’ φωτίτσα – έλα παραπανίτσα” που έπαιζαν μικρά παιδιά κάποτε ο Γιωργής και το Αρχοντώ που τώρα, στα δεκαεννιά της παντρευότανε κάποιον άλλο: “Ω της αθώας παιδιάς, οπού είναι κρίμα να μην είναι τις ακόμη παιδί δια να την παίξει!”

Αυτό το θαυμαστικό για την “αθώα παιδιά” δείχνει μια εξιδανίκευση του παιχνιδιού του έρωτα που μόνο η νοσταλγία των παιδικών και εφηβικών χρόνων μπορεί να δικαιολογήσει.

Αυτή η “γλύκα και η άφατος μαγεία” της αγάπης έρχεται πολύ συχνά στις σελίδες του Παπαδιαμάντη, όταν γίνεται νοσταλγική αναπόληση αγνών παιδικών αισθημάτων, όπου έχει κανείς την εντύπωση, πως κάτι εξαίσιο έχει μα συγχρόνως και κάτι ιερό γεμίζει τη μνήμη του και αναστατώνει την καρδιά του . (3)

Το διήγημα “Όνειρο στο κύμα”, όπου ο “ωραίος έφηβος, ο καστανόμαλλος βοσκός” έβοσκε τις γίδες του μοναστηριού στα παραθαλάσσια, κι έσωσε στη δύσκολη στιγμή από πνιγμό την κατά δύο χρόνια μικρότερή του Μοσχούλα, που κολυμπούσε αμέριμνη και ολόγυμνη στην ασημένια από το φεγγαρόφωτο θάλασσα, είναι ένα αριστούργημα.

Σπάνια συναντά κανείς στην ερωτική μας φιλολογία τόσο δυνατές μα και τόσο αιθέριες σελίδες, όπως αυτή που κλείνει τα’ “Όνειρο στο κύμα”.

Στο “Ολόγυρα στη λίμνη” ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει να κατεβαίνει ένας δεύτερος ουρανός, με μυριάδες άστρα και να πλουτίζει την “εντρύφησιν αισθήματος και ρομαντισμού” των δύο αγαπημένων, “εν μέσω του ευώδους και χλοερού κήπου, με τας ροιάς, με τας ροδωνιάς, με τα αμυγδαλέας και πασχαλέας, με όλα τα εκλεκτότερα φυτά και άνθη παρά της όχθην της ωραίας λίμνης”.

Αυτή η έκσταση του έρωτα παρόλο ότι στηρίζεται στο ίδιο το σώμα, όπου φωλιάζουν τα αισθήματα, φαίνεται να μας βγάζει έξω και πάνω από τα σωματικά.

Β) Ο έρωτας που αναστατώνει ψυχές και σώματα

Ο Πάνος Δημούλης είδε τη “Βλαχοπούλα” που “ευωδίαζεν άνοιξιν και ζωήν” και τα έχασε. Αλαφιάζεται με την αίγλη και τη γοητεία του φωτεινού προσώπου της.

Τη βλέπει ψηλή και λιγνή ανάμεσα στα χόρτα και στα άνθη, κι αισθάνεται αμέσως “επανερχόμενα εις την μνήμην του όλα τα όνειρα, όλας τας μυστηριώδεις τέρψεις, όλας τα ανεξηγήτους φρικιάσεις της πρώτης νεότητος, της ώρας καθ’ ήν εξεγείρεται το πρώτον η καρδία και η ζωή γίνεται εν με τον έρωτα, και η ποίησις υποκαθιστά την πραγματικότητα εις το πνεύμα!

Α, περικαλλής μορφή! Α, όνειρον! Α, οπτασία!”

Ο Πάνος Δημούλης αισθάνθηκε το ερωτικό κεντρί να τον τσιμπάει βαθύτερα, τόσο που αναγκάστηκε, Μεγαλοσαββατιάτικα, να μονολογήσει “καθ’ ευατόν”: “Τι θέλεις από εμέ; Φύγε, ω Βλαχοπούλα. Μη με κολάζης χωρίς να με συμπονής! Μη με ενοχλής, χωρίς να με γνωρίζης! Πώς να καταπραύνω την φαντασίαν μου, σήμερον Μέγα Σάββατον;…

… Πώς να υπάγω να μεταλάβω την νύκτα, εις την Ανάστασιν, ω Βλαχοπούλα;!”

Ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει το νερό φοιτητή να εκστασιάζεται μπροστά στην όμορφη κοπέλα κι ύστερα να νιώθει εσωτερικές συγκρούσεις. Ο συγγραφέας διαλέγει ελεύθερα και κατά την κρίση του τις ερωτικές στιγμές που θέλει να υποβάλει…

Στιγμές ερωτικής στοργής και τρυφερότητας δεν λείπουν κι από τα ζευγάρια μιας κάποιας ηλικίας, όπως π.χ. στην “Αγάπη στον κρεμνό” όπου κατά παράκληση της γυναίκας του, ο “Γιάννης τ’ Πετριού” φτιάχνει εκείνο το τσαρδάκι – κούνια επάνω στο γκρεμό.

Και ξαφνικά μέρα μεσημέρι, το Πετρί πέφτει κατακέφαλα στον κρεμνό.

Μα ο Παπαδιαμάντης δεν θέλει να “σακατευθεί η αγάπη”. Βάζει τον άγγελο να τη λυπηθεί και να τη φυλάξει και το Γιάννη να κάνει το σταυρό του και να ρίχνεται με τα μούτρα κάτω στον κρεμνό να τη σώσει. Κι όλα γίνονται με αγάπη, κι όλα τελειώνουν ωραία και “κατ’ ευχήν”.

Κι όταν σε ώρες ευφροσύνης η καρδιά δεν δύνεται να κρύψει τη χαρά της, βάζει τους αγαπημένους να τραγουδάνε:

Στα μάτια τα ψιχαλιστά πώχ’ Έρωτας καρτέρι, πόσο μεθύσι μέθυσα ένας Θεός το ξέρει…

Γ. Ο μονόπλευρος έρωτας

Όπως όταν υπάρχει αγάπη και τρυφερότητα αμφίδρομη, κατεβαίνει ο ουρανός πιο χαμηλά κι είναι σα να βλέπουμε και να σκεπαζόμαστε από δύο ουρανούς, έτσι υπάρχουν και περιπτώσεις στον Παπαδιαμάντη και στη ζωή, που ο ένας ουρανός συννεφιάζει, σβήνεται ή εξαφανίζεται πέρα για πέρα.

Αυτό συμβαίνει όταν ένας από τους δύο δεν αγαπά ή πάψει ν’ αγαπά και σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκονται τα τρία τέταρτα των ζευγαριών, που ζουν κρυφά ή φανερά το δράμα του θανάτου ή της ολικής απουσίας της αγάπης (4).

Εδώ θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι οι πιο πολλές ατυχίες στην αγάπη μέσα στο έργο του Παπαδιαμάντη έχουν για θύματα τον άντρα. Στην πλάστιγγα της αγάπης η γυναίκα φαίνεται πάντα λιπόβαρη κι ο άνδρας γίνεται πολλές φορές το θύμα.

Όταν το Λιαλιώ της “Νοσταλγού” (5) ξεμακραίνει με το Μαθιό στην κλεμμένη βάρκα και τα ρέματα τους απομακρύνουν, για να μην τους βρουν ο άντρας της και οι άντρες της μεγάλης σκαμπαβίας, δεν διστάζει να δει το δάκτυλο κάποιου θεού σ’ αυτό, που ήθελε να καλύψει την όποια της διάθεση φυγής ή απιστίας. Σ’ αυτή την απιστία ωστόσο και την απάτη από μέρους της γυναίκας, βρίσκει ο συγγραφέας μας ένα μέσο για να ωριμάσει ο άντρας.

Στο μεγάλο του διήγημα, που αγγίζει τα όρια της νουβέλας, δηλαδή στο “Ολόγυρα στη λίμνη” θα μας το πει σχεδόν επιγραμματικά: ” αλλά πως δύναταί τις να γίνη ανήρ, χωρίς ν’ αγαπήση δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν’ απατηθή;”

Από τα πολλά παραδείγματα που βρίσκουμε στο Παπαδιαμάντη κι έχουν για ερωτικό θύμα τους τον άντρα, θα σταθούμε σε δύο αντιπροσωπευτικά. Στο μπαρμπα – Γιαννιό του “Ο έρωτας στα χιόνια” και στον Γιωργή του “Έρως – ήρως”.

Ο “μπάρμπα – Γιαννιός ο Έρωντας” , όπως τον παρονόμαζαν , δεν ήταν πια “νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν… Κανέναν δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος…

Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτον έρημος εις τον κόσμος”!

Μέσα στις τελευταίες αυτές φράσεις δίνεται η μαυρίλα της κόλασης, όπου ζουν οι έρημοι και δίχως αγάπη άνθρωποι.

Και για να βγει από αυτή την κόλαση ο μπάρμπα – Γιαννιός, “είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσα την πολυλογού, δια να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Μασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της τα βάσανά του, τας ασωτείας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Και είχε πέσει εις το κρασί, δια να ξεχάση την γειτόνισσα”, στην οποίαν πότε – πότε τραγουδούσε, “παραπονούμενος ευθύμως”:

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα, δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα!

Άλλοτε οι σκέψεις του για την γειτόνισσα έπαιρναν φιλοσοφική και ποιητική απόχρωση: “Να είχεν ο έρωτας σαΐτες… να είχε βρόχια.. να είχε φωτιές”.

Όμως, η πολυλογού έχει τον άντρα της και τα παιδιά της, κι όσο κι αν η αγάπη του μπάρμπα – Γιαννιού και τα τρέμοντα – από το κρύο και το κρασί – χέρια του αγγίζουν (για να στηριχτούν) και χτυπούν το ρόπτρο της θύρας της, η πολυλογού θ’ ανοίξει το παράθυρο μες στην καρδιά του χειμώνα, θα ψιθυρίσει δύο φορές “ποιος είναι;” κι ύστερα πάλι θα το κλείσει, ενώ εκείνος θα πέσει μουρμουρίζοντας, “Γειτόνισσα, πολυλογού, μακρύ στενό σοκάκι”, λες κι ήταν ο ίδιος ζωντανό σοκάκι να περπατήσει πάνω του η γειτόνισσα, μέσα στο χιόνι.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι ο Γιωργής της Μπούρμπαινας, που η τραγική του μοίρα, τον βάζει να μεταφέρει με τη βάρκα του, σε γαμήλιο ταξίδι, τον παιδικό του έρωτα, την Αρχόντω, που άλλοτε του έπαιζε το “ανέβα μήλο – κατέβα κίτρο”!

Είναι ένα από τα πιο αριστοτεχνικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη και δείχνει όλη την κλίμακα των συναισθημάτων, που αυλακώνουν την ύπαρξη του φτωχού Γιωργή, που “ήτον ερωτευμένος με την Αρχόντω” και που τώρα μέσα στη θάλασσα, παλεύει με τη συνείδησή του και την καρδιά του: να βουλιάξει τη βάρκα κι ας πνιγούν όλοι, μόνο την αγάπη του να σώσει, ή να πνίξει μόνο τον έρωτά του και να τους αφήσει να ζήσουν;

Εκεί που η αγωνία του Γιωργή και του αναγνώστη κορυφώνεται, ο συγγραφέας μας λέει, πως ο άτυχος Γιωργής δεν την αναποδογύρισε τη βάρκα και δεν τους έπνιξε: “ολίγον ακόμη ήθελε δια να το κάμη, αλλά το ολίγον αυτό έλειψεν” (6).

Αυτός, λοιπόν, ο Γιωργής, παίρνει εσωτερικά την ηρωική απόφαση να υποχωρήσει. Είπε: “ας πάγη η φτωχή, να ζήση με τον άνδρα της! Με γειά της και με χαρά της!”

Κατέστειλε το πάθος του, έκλαψε κι εφάνηκε ήρωας στον έρωτά του.

Ο Παπαδιαμάντης ερωτικός ποιητής

Ο Παπαδιαμάντης εκτός από πεζογράφος ήταν και δημιουργός και δοκιμασμένος τεχνίτης του στίχου.

Ο Γ.Α. Ρήγας  (7) τον θεωρεί ξεχωριστό στα μελωδήματά του και ανώτερο στο είδος αυτό από το Μωραϊτίδη, γιατί ο Παπαδιαμάντης ήταν δημιουργός κι έγραφε με αίμα.

Πολλές φορές νομίζεις πως διαβάζεις ή μάλλον ακούς Κοσμά ή Ρωμανό.

Εκτός από τα θρησκευτικά του ποιήματα, κάποιο σύνολο δίνουν και τα Ερωτικά του.

Μας αρέσει να διαβάζουμε το φευγάτο εκείνο και λαχταριστό δίστιχο που μέσα στις δύο του στενές σειρούλες χώρεσε το στυφό καταστάλαγμα της ζωής:

“Αγάπες ταξιδιάρες στο κύμα το θολό

κι εβούλιαξε η βαρκούλα κι επέσαν στο γιαλό”.

Μας αρέσει να σιγοψιθυρίζουμε το στίχο που είναι ραντισμένος με μια σταγόνα αίμα απ’ την καρδιά του ποιητή:

“Καλό σας κατευόδιο, φτωχοί τυραγνισμένοι”

Ένα παλιό ερωτικό ποίημα του Σκιαθίτη ποιητή είναι ο “Πόθος Εραστή”.

“Εις ένα μνημ’ αγνώριστο μικρού κοιμητηρίου… να έλθης μόνον σε ζητώ μίαν θαμβήν πρωίαν”.

Ο εραστής θέλει να συναντήσει την αγαπημένη του μέσα σ’ ένα κοιμητήριο που να μην το βλέπουν οι ακτίνες του ήλιου. Δέντρο κανένα να μην υπάρχει: “μηδέ κυπάρισσος σκαιλά, μήσ’ απεχθής ιτέα, να το σκιάζη καταιγίς άς το κτυπά βιαία!”

Εκεί λοιπόν θα έρθει η αγάπη του για να βρέξει με ένα δάκρυ της το διψασμένο χώμα.

Είναι φανερό το ρομαντικό ύφος του νεαρού Παπαδιαμάντη το 1876.

Η “Αποκαρτέρηση” είναι ένα άλλο ρομαντικό ποίημα του Παπαδιαμάντη. Το παραθέτουμε ολόκληρο:

“Δεν έχω πλειά παράπονο σ’ εσέ, δεν έχω, κόρη.

Τον πόνο, που το στήθος μου εξέρνα, δεν εχώρει, θα τον χωρέσ’ η άβυσσος, η γη θα τον χωρέση, είναι βαθύ το πέσιμο, που η φτέρνα μου θα πέση…”

Και τέλος ένα δίστιχο από τον Ύμνο της Κόρης.

“Συ, που θάμπωσε τον ήλιο,που σ’ εζήλεψ’ η αυγή,

σπέρμα ουράνιο, ριχμένο, που εβλάστησες στη γη…”

που και αυτό έχει ρομαντικούς τόνους.

Τα παραπάνω κομμάτια είναι αποσπάσματα από παλιά αδημοσίευτα ποιήματα του Παπαδιαμάντη της φοιτητικής ρομαντικής περιόδου της ζωής του.

Τα πέρασε ο ίσιος στο κοινωνικό του μυθιστόρημα “Ρόδινα Ακρογιάλια” που πρωτοδημοσιεύτηκε στη “Νέα Ζωή” της Αλεξάνδρειας στα 1907-1908.

Γ’ ΜΕΡΟΣ

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΖΩΗ

Το να προσπαθήσει κανείς να γνωρίσει την προσωπική ερωτική ζωή ενός συνανθρώπου του αποτελεί σίγουρα ένα δύσκολο και παράτολμο επιχείρημα που απειλεί ίσως τις ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα του ατόμου. Το έργο αυτό όμως γίνεται δυσκολότερο και αντιμετωπίζεται με δέος και φόβο όταν έχεις να σεβαστείς τη μνήμη και το έργο ενός μεγάλου και ταπεινού, πονεμένου ανθρώπου, του τελευταίου Αγίου των Ελληνικών γραμμάτων.

Με δέος και φόβο ανατρέχουμε στις πηγές και τα έργα των βιογράφων και μελετητών του Παπαδιαμάντη, με μοναδικό γνώμονα και οδηγό στην προσπάθειά μας την αγάπη μας για τον μοναχικό κόσμο του Κυρ – Αλέξανδρου και για την αδιάπτοτη μαγεία του έργου του, μακριά από τις μονόπλευρες προσεγγίσεις των εκκλησιαστικών θεολογικών κύκλων ή τις μονοδρομικές αναλύσεις των ψυχαναλυτών. Για μας ο Κυρ – Αλέξανδρος ήταν ένας άνθρωπος καλλιτέχνης, από αυτούς τους λίγους που η μοναδικότητα της ζωής τους αντανακλάται υπέροχα μέσα από την μαγεία των έργων τους και δεν έχει να μας κρύψει τίποτα, μια και ολόκληρος ο βίος του ήταν ένα βασανιστικό ταξίδι μιας ευαίσθητης ψυχής ζωσμένης από “άκανθα της πικράς αγάπης”.

Α. ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Βρισκόμαστε στα μέσα του περασμένου αιώνα στη Σκιάθο ένα μικρό νησί των Σποράδων όπου μέσα σε μια πιστή και αληθινά θρήσκα οικογένεια περνά τα πρώτα παιδικά του χρόνια ο μικρός Αλέξανδρος.

Οι άντρες του νησιού ναυτικοί κοσμοταξιδεμένοι φεύγουν τσακισμένοι στις ξένες θάλασσες και στο νησί κυριαρχεί η γυναίκα, ξαναζεί έτσι η μητριαρχία, όπως χαρακτηριστικά μας αναφέρει ο Τ. Άργας (1).

Η κοινωνία κλειστή καταπιεστική ιδιαίτερα για τους νέους που αναζητούν τις χαρές της ζωής. Η ανύπαντρη κόρη υπάκουη, νουθετημένη, περιμένει την επιλογή των γονιών της για τον άντρα που θα ζήσει πλάι της. Αν αρνηθεί συντρίβεται και περνά μια ζωή γεμάτη δυστυχίες, στιγματισμένη.

Οι γριές γυναίκες φορείς όλης της σοφίας της ζωής μα και αχθοφόρες ενός βίου δυσβάσταχτου δίπλα σε μέθυσους ράθυμους άντρες, γέρικα σαπιοκάραβα πια αναλαμβάνουν την τήρηση των άγραφων και θείων νόμων, προστατεύοντας την τιμή και την φήμη του σπιτιού. Κορυφαία τραγική φιγούρα της Σκιαθίτικης κοινωνίας η Φραγκογιαννού, η “Φόνισσα” του Παπαδιαμάντη.

Ηθικό καθήκον για τους νέους άντρες το πάντρεμα των αδερφών τους πριν από τον δικό τους γάμο. Η ελευθερία της βούλησης κάθε ανύπαντρου ήταν εκμηδενισμένη.

Αυστηρά ήθη και έθιμα και παντού να κυριαρχεί μια ασκητική πίστη στην ορθοδοξία και στις τυπολατρικές της δοξασίες.

Κι όμως για τον ποιητή μας η Σκιάθος ήταν πάντα η μεγάλη αγαπημένη. Η λατρεία του γι’ αυτήν τον κάνει να δημιουργεί στην Αθήνα δικά της κομμάτια, όπως το εκκλησάκι του Αγ. Ελισσαίου. Την βλέπει στον ύπνο του, την φαντάζεται τα βράδια, στο ταβερνάκι, πίνοντας συντροφικά ή μόνος του.

Αλλά και στην Αθήνα στα τέλη του περασμένου αιώνα τα πράγματα δεν ήταν και πολύ διαφορετικά. Οι Αθηναίοι γινόντουσαν δυστυχείς για να αρέσουν στους γείτονες.

Μίζεροι δυστυχείς ακοινώνητοι χωρίς παρέες και γνωριμίες, υποκριτές, παρθένες και παρθένοι εκούσια ή ακούσια, ανεπιθύμητοι στο ίδιο τους το σπίτι έκλαιαν ασταμάτητα για τη χαμένη τους νεότητα λες και δεν υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο εκτός του γάμου (3).

Μέσα σ’ αυτήν την κοινωνική κατακραυγή για τον έρωτα, έρχεται να προστεθεί και η Χριστιανική θρησκεία που διδάσκει την εγκράτεια εκτός του γάμου. Ο έρωτας θεωρείται μεγάλη αμαρτία, και ο Παπαδιαμάντης που γνωρίζει καλά την ψυχολογία του όχλου και των γειτόνων, γίνεται όλο και πιο κλειστός και εσωστρεφής.

Οι συνθήκες της εποχής συντελούσαν στην άρνηση του έρωτα. Παρ’ όλα αυτά ο συγγραφέας πρέπει να ερωτεύτηκε δυνατά, αληθινά, καθαρά, όπως συνήθως συμβαίνει με τους μεγάλους έρωτες που δεν καταλήγουν στον χορό του Ησαΐα (4).

Β. “Κ’ ΕΦΑΝΗ ΗΡΩΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ”

Πολλές φορές αγάπησε, αλλά μόνο με τον νου, την ψυχή και τα μάτια. Η ηθική της χριστιανικής πίστης αποτελεί βράχο αλύγιστο στα χτυπήματα του πειρασμού. Κάνει πάλη με το πάθος του έρωτα και νικά. Δεν υποκύπτει στο κάλεσμα της σάρκας, λέει όχι και αυτό το όχι τον βασανίζει μια ολόκληρη ζωή. Η νίκη του είναι νίκη και ήττα μαζί.

Η στάση αυτή απέναντι στον σαρκικό έρωτα εξηγεί πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του και του έργου του. Η υπέρμετρη θρησκευτικότητα αποτελεί ένα αντίβαρο στο κενό που σίγουρα υπήρχε στην προσωπική ζωή του και η έκφραση της πηγαίας ευαισθησίας του, εμφανιζόταν στον ερωτικό τρόπο με τον οποίο έψελνε και υμνολογούσε στις λατρευτικές τελετές.

Επίσης σ’ όλους ήταν γνωστή η έντονη ευαισθησία των νεύρων του, οι συχνές βασανιστικές του αϋπνίες, και πάνω απ’ όλα η μελαγχολία του.

Σ’ αυτήν την ψυχαναλυτική ερμηνεία του χαρακτήρα του αντιτίθεται η θεολογική προσέγγιση του έρωτα στον Παπαδιαμάντη από τον Π.Β. ΠΑΣΧΟ ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: “Γνωρίζει και χαίρεται την ζωήν, ως πιστός χριστιανός. Δεν αποκλείει από το έργον του, ως σεμνότυφος ή διεστραμμένος, ούτε την αγάπην ούτε τον έρωτα. Ποτέ, όμως, δεν τον βλέπομεν να είχε ή να έχη σχέσιν με την σαρκικήν αμαρτίαν! Έχει, μάλιστα, τόσην ευαισθησίαν πνευματικήν η ωραία ψυχή του, ώστε, ουχί σπανίως, αναμιμνήσκεται νεανικά του οράματα, κρυφοκοιτάγματα, ερωτικά σκιρτήματα, ως μικράς τινας εκτροπάς, δια τας οποίας επικαλείται ένωθεν το έλεος και την λύτρωσιν. Αμαρτίας νεότητός μου μη μνησθής Κύριε (5).

Για τον Π.Β. ΠΑΣΧΟ και τους ανθρώπους της εκκλησίας…ο Παπαδιαμάντης αγάπησε και δεν ήταν ανέραστος και απάνθρωπος, μα “κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ’ εφάνη ήρως εις τον έρωτά του – έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας”! (6)

Ο αγώνας με τη σάρκα και η αυτοσυγκράτησή του προβάλλονται σε πολλά έργα του και σε περιστατικά που αφηγούνται οι φίλοι του και οι βιογράφοι του. Και παντού νιώθεις πως κυριαρχεί η αντίθεση του φυσικού κόσμου των αισθήσεων με την χριστιανική διδασκαλία.

Μερικές φορές φαίνεται υπερβολικός και άλλοτε πάλι μιλάει σαν ηθικός αναμορφωτής της κοινωνίας ενώ συχνά ως αρχαιολάτρης προβληματίζεται: Οι ηδονές του βίου πρέπει ή δεν πρέπει να αποφεύγονται;

Δ. ΝΕΑΝΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΣΚΙΑΘΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Σε πολλά διηγήματά του βρίσκουμε αναφορές σε παιδικούς του έρωτες. Αλλού το όνομα της κόρης που μάγεψε τον νεαρό ποιητή είναι Πολύμνια, αλλού Λαλιώ, ή Μοσχούλα ή Περμαχούλα ή Μπραϊνάκι. Όλες τους μορφές εξιδανικευμένες που δεν τολμά να τις δει με μάτι καθαρά σεξουαλικό κι όμως φαίνεται συγκινημένος απ’ αυτές τις γυναίκες.

Ο Γ. ΒΑΛΕΤΑΣ που κατάφερε να πλησιάσει πολύ κοντά στη ζωή και το έργο του Κυρ-Αλέξανδρου μας εξηγεί και ερμηνεύει την σημασία αυτών των ονομάτων για τον ερωτικό μας ποιητή.

“Η Πολύμνια είναι μια μορφή του προεφηβικού ερωτισμού, όπου το ερωτικό αίσθημα είναι θαυμασμός, ανεπίγνωστη έλξη, λατρεία, παιδική μέθη. Η Λαλιώ είναι το αντικείμενο του εφηβικού ερωτισμού όπου ο καημός της σάρκας έχει ρίξει τις πρώτες δειλές και αδύνατες φλόγες του. Η Μοσχούλα είναι το όνειρο που αξιώνεται να βρει πραγματωμένο τον πόθο του, να χαρεί με τα μάτια του το γυμνό σώμα, να το πιάσει στην αγκαλιά του, Όνειρο, γιατί πριν ακόμα πάρει τη μόνιμη και καθαρή ερωτική του μορφή, πρόφτασε η θρησκευτική φοβέρα και το καταπλάκωσε αυταρχικά κι αλύπητα, στα βάθη της ψυχής του”. (7)

Στα ανέμελα χρόνια της Σκιάθου το φυσικό σκηνικό του αναγεννημένου νησιού την άνοιξη αποτελεί πειρασμό και διέξοδο στους αλύτρωτους πόθους του νεαρού καλλιτέχνη. Γυρίζει όλο αμηχανία στα βουνά, ξαγρυπνά, μεθά με τις μυρωδιές της άνοιξης και βρίσκει καταφύγιο σε έρημα ξωκλήσια και στη βοήθεια των Αγίων για να γιατρέψει τους ερωτικούς του πόνους. Ο πόθος για ζωή και η δοκιμασία από την συνεχή πάλι της θρησκείας και της φύσης μέσα του, αποτελούν το ηθικό βασανιστήριο του νεαρού ασκητή και γεννά μέσα μας ένα βαθύ αίσθημα συμπάθειας και συμπόνιας.

Μπορεί η ζωή στη Σκιάθο να γεννούσε πειρασμούς με τη μορφή γυναικών της φύσης, συχνά προκλητικών όπως η Βλαχοπούλα, αλλά κυρίως οι γυναίκες που συγκινούσαν τον νεαρό ποιητή ήσαν μορφές αγγελικές, με μια αγνή ομορφιά, που τόσο ποιητικά μ’ ένα πρωτόγνωρο εξιδανικευμένο ερωτισμό ξαναζωντανεύει στο έργο του ο Παπαδιαμάντης.

Τα πρώτα χρόνια της αθηναϊκής ζωής του Κυρ-Αλέξανδρου ο πειρασμός τον περικυκλώνει με προκλητικότερη μορφή. Η σπιτονοικοκυρά του η κυρά ΑχιλλέΪνα τον πλησιάζει και του κάνει γλυκά μάτια με μαργιόλικο ύφος, με δελεαστικό τρόπο, αφού κατηγορεί τον άντρα της, τέλος ζητά από τον Παπαδιαμάντη δανεικά “έβγαλα, γράφει εν πεντάδραχμον από το ισχόν θυλάκιον και της το ενεχείρισα, αποστρέφων το όμμα από τους βραχίονας τους γυμνούς και κοιτάζων επιμόνως το μούτρο το σκυλίσιο, ως αντίδοτον βεβαίως κατά της γοητείας, ως αποκρουστικόν κατά της έλξεως. Και πάραυτα έφυγα… ” (8) φεύγοντας θα έλεγε και θα ξανάλεγε με θριαμβευτική διάθεση σα νικητής του πειρασμού τη γραφική ρήση: “Ο αντοφθαλμών ηδοναίς, στεφανοί ζωήν αυτού”.

Η Μέλπω και η Κούλα ήσαν δύο κορίτσια γεμάτα όρεξη για ζωή. Δούλευαν σαν πλύστες και παραδουλεύτρες στα γειτονικά σπίτια μα συχνά τα βράδια γλεντοκοπούσαν με ανέμελες νεανικές παρέες. Σκανδαλίζουν και αναστατώνουν τον φτωχό – φοιτητή Παπαδιαμάντη, μα δεν δέχεται να συμμετάσχει στις γιορτές τους. Κλεισμένος στο κελί του παρακολουθεί από μακριά το γλέντι που οργανώνουν οι μαργιόλες γειτόνισσες.

Την ίδια εποχή αρχίζει να διοχετεύει σε στίχους πολύ ρομαντικούς την ερωτική του διάθεση απέναντι στις παροδικές και μάταιες αγάπες του.

“Αγάπες ταξιδιάρες στο κύμα το θολό

κι εβούλιξε η βαρκούλα κι επέσαν στο γιαλό” (9) 1891.

“Αγάπης και χαράς γλυκεία ώρα

σ’ επόνεσ’ η ψυχή μου, ω μαυροφόρα!

Μη με κοιτάζης πλιά, μη με πειράζης,

Με τη ματιά σου πάψε να με σφάζης!…”(10)

Σύμφωνα με τον Γ. ΒΑΛΕΤΑ αυτή η τόσο ποθητή μαυροφόρα θα ήταν κάποια χηρευάμενη γειτόνισσά του στο Ψυρή… Σ’ άλλους του στίχους περιγράφει τις νύχτες βασάνου που περνάει γεμάτος ερωτική ανησυχία. Ξαγρυπνά στα δίχτυα του πειρασμού αντιμαχώμενους τους πόθους του και τους αγιάτρευτους καημούς του.

Δ. “ΜΠΡΟΣ ΜΟΥ ΣΕ ΕΧΩ ΣΑΤΑΝΑ”

Μια από τις πιο ηδονοβλεπτικές σκηνές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας αναφέρεται από τους φίλους του Μιλτ. Μαλακάση, Μιχάλη Περάνθη και αφορά ένα ακόμη ηθικό βασανιστήριο ενός ανδρός αποφασισμένου να στερηθεί τις εγκόσμιες ηδονές.

Μόνο που τώρα οι πειρασμός ελοχεύει μέσα στο σπίτι του με την μορφή της όμορφης εξαδέλφης του, η οποία τον φιλοξενεί…

“Όταν καληνυχτίζονται και η Συραϊνώ φεύγει στην κάμαρά της, μια παράξενη ταραχή μένει και τον παιδεύει. Το δωμάτιο μυρίζει γυναικεία σάρκα και τον ερεθίζει. Ανοίγει ένα βιβλίο, αλλά το κλείνει γρήγορα. Στέκεται όρθιος, φέρνει βόλτες, κάθεται στην καρέκλα του, αλλά η ταραχή μένει και τρέμει στα γόνατά του. Μια μεσιανή κλειδωμένη πόρτα χωρίζει τα δωμάτιά τους. Κάνει να βαδίσει προς τα εκεί, αλλά συγκρατιέται. Σώσον με κύριε, ψιθυρίζει. Ύστερα σκέφτεται πως δεν είναι κακό. Θα κοιτάξει απ’ τη χαραμάδα κι αν δει φως, θα της παραγγείλει να κουβεντιάσουν λίγο ακόμα, γιατί δεν του’ ρχεται ύπνος.

Έτσι λέει. Όμως βαδίζοντας πατάει στα νύχια, να μην ακουστεί. Φτάνει με προφύλαξη και χαμηλώνει το μάτι του στην κλειδαρότρυπα. Σα να τινάζεται, το αποσύρει αμέσως. Όμως πάλι ξανασκύβει. Τώρα πια κοιτάζει, κοιτάζει… Η ξαδέλφη το γδύνεται για να κοιμηθεί. Έχει σηκώσει το φόρεμα πάνω από το κεφάλι και το τινάζει με τα χέρια από μέσα, να βγει. Το στήθος της αναδύεται πλούσιο στην άσπρη πουκαμίσα κι όταν πέφτει το φόρεμα λάμπουν δυο κατάλευκα μπράτσα.

Αποτραβάει το κεφάλι του και σφουγγίζει το μέτωπο. Το σώμα του τρέμει και ντρέπεται. Παίρνει να φύγει αλλά μετανιώνει. Σφηνώνει μια φορά ακόμη το μάτι του. Η αναπνοή του βιαστική περνώντας από την χαραμάδα, αφήνει έναν ανάλαφρο συριγμό. Η Συραϊνώ στρώνει τώρα το πάπλωμα στο κρεβάτι της. Ελαστική καμπύλη σαλεύει τεζαρισμένη στο μεσοφόρι της, με κινήσεις μαλακές, πέρα δώθε. Ύστερα στέκεται ολόρθη, χασμουριέται, απλώνει τα παχουλά μπράτσα της προς τα πίσω και τεντώνεται. Το στήθος φουσκώνει μπροστά πλούσιο…” (11)

Ο Περάνθης στη μυθιστορηματική βιογραφία “Ο Κοσμοκαλόγερος” όπου περιγράφει το περιστατικό αυτό, ξεκινά από την παραδοχή ότι κανείς δεν μπορεί ν’ αγιάσει αν δεν υποβληθεί σε πειρασμούς.

Ο Μιλτ. Μαλακάσης μας μεταφέρει τον τρόπο αντίδρασης του Παπαδιαμάντη όπως του τον εμπιστεύθηκε ο ίδιος: “Έκαμα για δεύτερη φορά το σημείο του σταυρού και κατακλιθείς εκοιμήθηκα έως το πρωί τον ήσυχο ύπνον ενός παιδίου.

Την άλλην ημέρα έσπευσα εις εξαγνισμόν, επροσευχήθην και έκτοτε δια λίγον καιρόν που εμείναμε υπό την ιδίαν στέγην δεν την επρόσεξα και δεν την εφρόντισα παρά ως πρεσβύτερος αδελφός” (12)

Η προσευχή λοιπόν, η νηστεία, η βαθιά πίστη και το κρασί είναι η μόνη διέξοδος που τον κρατούν μακριά από τους πειρασμούς της σάρκας. Καταφεύγει σ’ έναν τρόπο ζωής καθαρά αντικοινωνικό. Αποφεύγει φιλολογικές συντροφιές θαυμαστές και φίλους και αφιερώνεται στην πίστη του και την τέχνη του σωστός κοσμοκαλόγερος.

Η αντινομία του χριστιανού με τον άνθρωπο συνοδεύει την ψυχική εξέλιξη του Παπαδιαμάντη σ’ όλη του τη ζωή. Ο χριστιανός βγαίνει πάντα νικητής στην πάλη του με τον άνθρωπο. Οι αποδιωγμένες, οι παραπονεμένες επιθυμίες αφήνουν πίσω, καθώς φεύγουν διωγμένες απ’ την ψυχή, την πίκρα και το μαράζι. (13)

ΜΕΡΟΣ Δ

“ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ ΕΡΩΤΕΣ… Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ ΕΧΕΙ”

Ο Ταγκόπουλος στο περιοδικό “Φιλολογικά Πορτραίτα” μας μεταφέρει την κριτική του Μητσάκη όταν ο Παπαδιαμάντης διάλεξε ν’ απαγγείλει σε φιλολογική παρέα ένα ερωτικό του ποίημα.

” – Έτσι λοιπόν, κυρ Αλέξανδρε!… Έχουμε έρωτες και τους τραγουδάμε τόσο όμορφα!

– Εγώ δεν έχω έρωτες!… αποκρίθηκε ο Παπαδιαμάντης χαμηλώνοντας τα μάτια. Ο ήρωάς μου έχει!…

– Μπρέ αυτά είναι κολοκύθια, του κάνει ο Μητσάκης. Πρέπει ν’ αγαπούμε εμείς, για ν’ αγαπούνε και τα πλάσματα της φαντασίας μας. Τέτοια τραγούδια σαν κι αυτά δεν είναι φιλολογία και να με συμπαθάς. Αναβρύζουν απ’ την ψυχή κι όταν η ψυχή δεν συγκλονίζεται από ένα αίστημα δυνατό, δε μιλάει, βουβαίνεται!” (14)

Πράγματι δύσκολα κανείς μπορεί να διαφωνήσει με την καυστική αυτή παρατήρηση. Έτσι κι εμείς αρχίσαμε να ερευνούμε τα ερωτικά διηγήματά του, προσπαθώντας να ξετρυπώσουμε τους ήρωες εκείνους πίσω από τους οποίους κρύβονται οι πόθοι, τα βάσανα και ο ξεχωριστός ψυχισμός του Κυρ-Αλέξανδρου.

Εξετάζοντας προσεκτικά τους αντρικούς ρόλους διαπιστώσαμε ότι ο άνδρας στο έργο του Παπαδιαμάντη είναι συνήθως έν’ από τα δύο: πότε ο πρακτικός και ο άξιος και πότε ο γλεντζές, και συχνά ο μέθυσος. Όχι κακός και μοχθηρός, αλλά ο άβουλος ο ακυβέρνητος.

Όλοι όσοι βλέπουν τον Όμηρο στην Ιλιάδα και τον Δάντη στην Κόλαση, θα ρωτήσουν που ανάμεσα στους ανδρικούς τύπους του Παπαδιαμάντη βρίσκεται πρώτα – πρώτα αυτός ο ίδιος ο συγγραφέας. (15)

Στο πασχαλινό διήγημα “Βλαχοπούλα”, ο συγγραφέας ως Πάνος Δημούλης τρέμει σύγκορμος από το πλησίασμα του πειρασμού μέσα στην Απριλιάτικη φύση. Ξάφνου ξυπνά μέσα του ο αυστηρός χριστιανός για να κατατροπώσει τον πειρασμό. “Φύγε, βλαχοπούλα, – μη με κολάζης… Πώς να υπάγω να μεταλάβω, την νύκτα, εις την ανάστασιν, βλαχοπούλα;” Στο τέλος όμως σε μια στιγμή ειλικρίνειας προσθέτει ότι φθονούσε ολόψυχα τον αγαπητικό και μελλοντικό σύζυγο της βλαχοπούλας.

Στον “Καλόγερο” που είναι αφιερωμένο στη μνήμη του φίλου του μοναχού Νήφωνα μας παρουσιάζει την ψυχολογία του μοναχού και του ίδιου του συγγραφέα που αφήνει το μοναστήρι για να κυληθεί στον κόσμο. Η αγωνία της κολασμένης ψυχής στη μάχη με τον πειρασμό φανερώνεται μέσα από την ομολογία του Παπαδιαμάντη: “… με την άδειαν του αναγνώστου παρενεβάλαμεν και ημείς ολίγους ιδέας ατομικάς μας εις τα αισθήματα του ατυχούς καλογήρου”. (16)

Στην Αθήνα διαδραματίζεται και η “Αποκριάτικη νύχτα” όπου ο συγγραφέας ως Σπύρος Βεργονδής φτωχός φοιτητής της Φιλοσοφικής, ντροπαλός κολάζεται με την ζωντάνια και τις χάρες των κοριτσιών της γειτονιάς. Σαν απόκληρος της ζωής δοκιμάζεται από τον πόθο για την γειτόνισσα μα μειονεκτικός και κλεισμένος στο κελί του μένει μακριά από τον σαρκικό έρωτα φιλοσοφώντας και αναζητώντας τον εξιδανικευμένο, πλατωνικό.

Στο “Όνειρο στο κύμα” μιλάει όχι ως Κοσμοκαλόγερος αλλά ως νέος όλο φλόγα. Πάθος μέχρι θανάτου. Βουτάει και σώζει την νεαρή κόρη, αγγίζει το όνειρο που αναζητούσε πάντα μα ως την τελευταία στιγμή είναι έτοιμος να γυρίσει πίσω.

Το υπέροχο αυτό διήγημα που παραληρεί από αισθησιασμό, αποτελεί μια εξήγηση του Παπαδιαμάντη για την επιλογή του, να μην ακολουθήσει τον μοναχισμό και να ζήσει μια ζωή τόσο ιδιόμορφη.

“Η Νοσταλγός” κρύβει έναν εξαίρετο νεαρό ήρωα τον Μαθιό που ντροπαλός και ιπποτικός μαζί, παρόλη τη φλόγα του έρωτά του, δέχεται τις επιλογές της αγαπημένης του και του ηλικιωμένου άντρα της καρτερικά και με υποταγή στο θείο θέλημα. Ο Μαθιός δεν είναι άλλος από τον νεαρό Αλέξανδρο κατά την διάρκεια των μαθητικών του χρόνων στην Χαλκίδα.

Το ίδιο υπέροχος και δυνατός ήρωας είναι ο Γιωργής στο “Έρως – ήρως”. Αυτός όχι μόνο είναι μια μοναδική σκιαγράφηση του ψυχισμού του συγγραφέα αλλά με τρόπο εκπληκτικό νικά τον πειρασμό και ζει μια πρωτοφανή ερωτική τραγωδία. Το δράμα του μοιάζει με του Μαθιού, μόνο που ο Γιωργής δρα ο ίδιος, δοκιμάζεται και αποφασίζει να υψωθεί πάνω από μικρότητες και εμπάθειες που ζώνουν τα ανθρώπινα πάθη.

Μεσόκοπος παρουσιάζεται ο Παπαδιαμάντης στην “Φαρμακολύτρια”, ερωτευμένος ακόμη με την ανέγκιχτη από το χρόνο εξαδέλφη του Μαχούλα. Εδώ διαφαίνεται σε πρώτο πλάνο το δράμα ν’ αγαπά μια απαγορευμένη αγάπη, το ανυπέρβλητο προσωπικό του πάθος. Ψάχνει την λύτρωση στο ναό της Αγίας Αναστασίας όπου η φωνή της πίστης του δίνει την καθοριστική απάντηση: “Ύπαγε ανίατε! Ο πόνος θα είναι η ζωή σου!

Για τον Κ. Στεργιόπουλο ο Παπαδιαμάντης στρέφεται κάθε τόσο στις παιδικές του αναμνήσεις, στη φύση του νησιού του και ξαναζεί μέσα από την αγιάτρευτη νοσταλγία του αγνότερες και παρθενικότερες καταστάσεις, σα να γυρεύει να εξαγνιστεί παρόμοια με τον ήρωά του στο διήγημα “Έρωτας στα χιόνια”, που με “υγεία κατεστραμμένη, σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λιωμένα” (όπως κι ο ίδιος απ’ το πιοτό και την αθλιότητα της αθηναϊκής του ζωής), οραματίζεται παραπατώντας μεθυσμένος, την κάθαρση του κόσμου – και τη δική του – από το χιόνι:

“Εφαντάζετο αμυδρώς μιαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, εν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα…” (17)

ΜΕΡΟΣ Ε

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (ΙΑ)

“Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί όπου και να θολώνει ο νους σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (18)

Οδ. Ελύτης

Ο ακέραιος κυρς Αλέξανδρος

Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.

Μεγάλος άνθρωπος και ανέστερος έλληνας που κράτησε τον πόνο στο σωστό του το ύψος αγνοώντας και δημοτικισμούς και μαρξισμούς και μόδες αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας ο ανοξείδωτος.

Ήδη τα θύματα της Προόδους που πρόωρα σκουριάζει πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο κι αγοράζοντας ελπίζοντας οικόπεδα.

Πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.

Μα είν’ αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση με ξυπόλητα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.

Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος

Εκείνος ο περιούσιος, Παπαδιαμάντης και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.

Ν.Α. ΚΑΡΟΥΖΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. ΑΡΓΑΣ Τ. “Ο τύπος Παπαδιαμάντης” Οι εκδόσεις των φίλων, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αθήνα 1979
  2. ΑΠΑΝΤΑ Αλέξ. Παπαδιαμάντη, Τόμος 6, Εκδόσεις Γιοβάνη, Επιμέλεια Γ. ΒΑΛΕΤΑ, Αθήνα 1972
  3. ΑΠΑΝΤΑ Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Τόμος 1. Εκδόσεις Κουτσουμπού, Αθήνα
  4. ΒΑΛΕΤΑ Γ., “Τα ποιήματα του Παπαδιαμάντη” περιοδ. “ΕΣΤΙΑ” Χριστούγεννα 1941
  5. ΕΛΥΤΗ ΟΔ. Άξιον Εστί” Τα πάθη, Εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1973
  6. ΕΛΥΤΗ ΟΔ. “Η μαγεία του Παπαδιαμάντη” Εκδόσεις “Γνώση” Αθήνα 1989
  7. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ Κ. “Η γυναίκα στο έργο του Παπαδιαμάντη” Εκδ. Πανεπιστημίου Αθηνών Αθήνα 1992
  8. ΛΙΑΝΤΙΝΗ Δ. “ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ” Εκδ. “Βιβλιογονία” Αθήνα 1992
  9. ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ Μ. “Α. Παπαδιαμάντης” Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979
  10. ΝΙΡΒΑΝΑ Π.: “Παπαδιαμάντης” Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979
  11. ΠΑΣΧΟΥ Β.Π. “Παπαδιαμάντης” Εκδόσεις “Αρμός” Αθήνα 1992
  12. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ Εκδόσεις Δόμος, Τεύχος 1 Πρωτοχρονιά 1992
  13. ΠΕΡΑΝΘΗ Μ. “Ο κοσμοκαλόγερος” Εκδ. ΕΣΤΙΑ Αθήνα 1943
  14. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Κ. : “Έρωτας και γυναίκα στον Παπαδιαμάντη”, Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979
  15. ΧΑΤΖΙΝΗ Γ. “Συντροφιά με τον Παπαδιαμάντη” Περιοδ. “Ν. ΕΣΤΙΑ” Χριστούγεννα 1941